«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». Ἰησοῦς Χριστός (Ἰωάν. ιστ΄33).

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Κυριακή Ε' Ματθαίου - Θεραπεία δύο δαιμονιζομένων.

Εὐαγγέλιον κατὰ Ματθαῖον, η' 28 - θ' 1
 
η' 28 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.  

29 καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;  

30 ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη.  

31 οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων.  

32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν.  

33 οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων.  

34 καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. 

θ' 1 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.
 Καινή Διαθήκη, σελ. 34 

     
     ...Ὑπάρχουν δυστυχῶς καὶ σήμερα Γαδαρηνοί. Ὑπάρχουν, δηλαδή, ἄνθρωποι ἰδιοτελεῖς καὶ συμφεροντολόγοι, ἄνθρωποι ποὺ παραπάνω ἀπ' ὅλα ἔχουν τὸ συμφέρον τους, καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος δὲν διστάζουν νὰ παραβοῦν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Λεφτὰ καὶ μόνο λεφτὰ σκέπτονται καὶ ποθοῦν μέρα καὶ νύχτα. Καὶ στὸ ὄνειρό τους λεφτὰ βλέπουν. Κοιτάξτε τους. Εἶνε Κυριακή, εἶνε μεγάλη γιορτὴ καὶ χτυπᾷ ἡ καμπάνα. Πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία; Ὄχι. Στὰ μαγαζιὰ καὶ στὰ χωράφια θὰ πᾶνε, μὲ διάφορες δουλειὲς θ' ἀσχοληθοῦν. Δὲν θέλουν νὰ χάσουν οὔτε ἕνα λεπτὸ τῆς ὥρας. Καὶ ὅπως καταπατοῦν αὐτὴ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καταπατοῦν καὶ τὶς ἄλλες ἐντολές. Στὸ δικαστήριο κάνουν ψεύτικους ὅρκους, κλέβουν στὸ ζύγι τὸν πελάτη τους, χίλια δυὸ ἄλλα ἄτιμα καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα μεταχειρίζονται, γιὰ νὰ ἀπατήσουν τοὺς ἀνθρώπους. Τρῶνε τὸ ψωμὶ τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν χηρῶν, πατοῦν πάνω σὲ πτώματα, βάφουν τὰ χέρια τους στὸ αἷμα. Λεφτὰ καὶ μόνο λεφτὰ ν' ἀποκτήσουν. Καὶ κάνουν λεφτά, καὶ ἀποκτοῦν περιουσίες, καὶ ὁ κόσμος ζηλεύει. Τί ἔξυπνοι, τί καπάτσοι ἄνθρωποι! λέει γι' αὐτοὺς ὁ κόσμος.
     Ἀλλὰ ποιό εἶνε τὸ τέλος τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν;  Εἶνε ἡ καταστροφή. Καταστροφή, σὰν τὴν καταστροφὴ τῶν Γαδαρηνῶν. Σὲ μιὰ στιγμή, ποὺ δὲν περιμένουν, ὅλη ἡ περιουσία ποὺ ἀπόκτησαν μὲ τὰ ἁμαρτωλὰ μέσα, καταστρέφεται. Τὰ διαβολομαζώματα γίνονται ἀνεμοσκορπίσματα.
     Χριστιανοί μου! Μακριὰ ἀπὸ τέτοιες περιουσίες. Προτιμότερο φτωχὸς μὲ τὸν Χριστό, παρὰ ἐκατομμυριοῦχος μὲ τὸ διάβολο.

Ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Πηγή: Κυριακή, Έπισκόπου Αὐγουστίνου
 Καντιώτου, σελ. 107 (ἀπόσπασμα).